Σκοτάδι και σιγή στο σπίτι της οικογένειας
Μελμπράουν. Ένας άντρας βρίσκεται λιπόθυμος γεμάτος αίματα στο κεφάλι του και
δίπλα του η 1 χρόνου κόρη του είναι στην κούνια της.
Ο άντρας ο οποίος ονομάζεται Μάθιου ξυπνά
σε ένα νοσοκομείο και το πρώτο πράγμα που ρωτά είναι πως βρέθηκε εκεί. Η
νοσοκόμα του απαντά ότι ήταν λιπόθυμος 10 μέρες και τον πήγε εκεί ένας
ηλικιωμένος ,κοντούλης, ασπρομάλλης άνδρας. Αγχωμένος ρωτά που είναι η γυναίκα του
η Λίζα και το παιδί του όμως η νοσοκόμα δε γνωρίζει τίποτα. Αμέσως ζητά να
τηλεφωνήσει σπίτι του και στο κινητό της γυναίκας του αλλά δεν απαντά κανείς. Ο
ίδιος με εξαίρεση τα τραύματα στο κεφάλι του είναι μια χαρά ωστόσο αδυνατεί να
θυμηθεί τι έγινε εκείνο το μοιραίο βράδυ.
Προσπαθεί ξανά και ξανά όμως το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι να
απαντά σε ένα τηλεφώνημα. Μετά από αυτό…κενό. Δε θυμάται τι είπε στο τηλέφωνο,
ποιος ήταν στο τηλέφωνο, πως βρέθηκε λιπόθυμος σπίτι του.