Σκοτάδι και σιγή στο σπίτι της οικογένειας
Μελμπράουν. Ένας άντρας βρίσκεται λιπόθυμος γεμάτος αίματα στο κεφάλι του και
δίπλα του η 1 χρόνου κόρη του είναι στην κούνια της.
Ο άντρας ο οποίος ονομάζεται Μάθιου ξυπνά
σε ένα νοσοκομείο και το πρώτο πράγμα που ρωτά είναι πως βρέθηκε εκεί. Η
νοσοκόμα του απαντά ότι ήταν λιπόθυμος 10 μέρες και τον πήγε εκεί ένας
ηλικιωμένος ,κοντούλης, ασπρομάλλης άνδρας. Αγχωμένος ρωτά που είναι η γυναίκα του
η Λίζα και το παιδί του όμως η νοσοκόμα δε γνωρίζει τίποτα. Αμέσως ζητά να
τηλεφωνήσει σπίτι του και στο κινητό της γυναίκας του αλλά δεν απαντά κανείς. Ο
ίδιος με εξαίρεση τα τραύματα στο κεφάλι του είναι μια χαρά ωστόσο αδυνατεί να
θυμηθεί τι έγινε εκείνο το μοιραίο βράδυ.
Προσπαθεί ξανά και ξανά όμως το τελευταίο πράγμα που θυμάται είναι να
απαντά σε ένα τηλεφώνημα. Μετά από αυτό…κενό. Δε θυμάται τι είπε στο τηλέφωνο,
ποιος ήταν στο τηλέφωνο, πως βρέθηκε λιπόθυμος σπίτι του.
Ο γιατρός που τον ανέλαβε του εξηγεί ότι
δεν έχουν καμία πληροφορία για το που βρίσκεται η γυναίκα του. Πάντως τον
καθησυχάζει σχετικά με την κόρη του και του λέει ότι είναι στην μητέρα του. Το
πρόβλημα που έχει είναι ένα είδος μερικής αμνησίας. Με απλά λόγια θυμάται
κανονικά πρόσωπα, τοποθεσίες και ονόματα όμως του είναι αδύνατον να θυμηθεί τις
καταστάσεις πριν το ατύχημα. Ο γιατρός τονίζει στον Μάθιου ότι θα πρέπει να
μείνει στο νοσοκομείο 2 ακόμα βράδια για να αναρρώσει πλήρως και να του κάνουν κάποιες
τελευταίες εξετάσεις, μετά θα του δώσουν εξιτήριο. Ο ίδιος με έντονο ύφος
διαμαρτύρεται και απαιτεί να τον αφήσουν να φύγει όμως η απάντηση του γιατρού
είναι οριστική. Ο γιατρός φεύγει από το δωμάτιο και μετά από 10 λεπτά δύο
αστυνομικοί μπαίνουν μέσα. Ο ένας κοντά 45άρης στρουμπουλός, μελαχρινός σγουρομάλλης,
σοβαρός μέτριου αναστήματος ενώ ο δεύτερος λεπτοκαμωμένος, κοντοκουρεμένος γύρω στα 35 αρκετά ψηλός.
Αστυνομικός 1: «Χαίρεται κύριε Μελμπράουν,
ονομάζομαι Χαρι Άφλεκ»
Αστυνομικός 2: «Και εγώ Καρι Άφλεκ, είμαστε αδέρφια,
νομίζω φαίνεται» (καμία σχέση εντωμεταξύ ο ένας με τον άλλον. Μόνο για αδέρφια
δε μοιάζανε.)
Αστυνομικός 1:«πληροφορηθήκαμε για το γεγονός και
θα θέλαμε να σας κάνουμε μερικές ερωτήσεις. Η γυναίκα σας αγνοείται από το
βράδυ του συμβάντος όμως εμείς κάνουμε ότι μπορούμε.»
Κ. Μελμπράουν: «Δυστυχώς δε νομίζω να μπορώ να σας
δώσω τις απαντήσεις που ζητάτε ωστόσο ας προσπαθήσουμε.»
Αστυνομικός 1: «Αρχικά που βρισκόσασταν εκείνο το
βράδυ πριν πάτε σπίτι σας;»
Κ. Μελμπράουν: «Όπως κάθε μέρα βρισκόμουν στο γραφείο
μου μέχρι αργά.»
Αστυνομικός 1: «Είσαστε οδοντίατρος έτσι δεν είναι;»
Κ. Μελμπράουν: «Μάλιστα…»
Αστυνομικός 2: «Συνομιλήσατε καθόλου με την γυναίκα
σας όσο εργαζόσασταν;»
Κ. Μελμπράουν: «Μιλήσαμε στο τηλέφωνο 1:30 ώρα πριν
φύγω από το γραφείο.»
Αστυνομικός 1: «Ακούσατε ή καταλάβατε τίποτα
παράξενο; Η φωνή της ήταν κανονική πως την είδατε;»
Κ. Μελμπράουν : «Ναι ήταν απολύτως φυσιολογική.
Χαρούμενη και γλυκομίλητη όπως πάντα.»
Αστυνομικός 2: «Κάποιο πρόβλημα με την σχέση σας;
Μαλώνατε συχνά;»
Κ. Μελμπράουν: «Ήμασταν μία ευτυχισμένη οικογένεια,
μπορεί μερικές φορές να τα λέγαμε σε έντονο ύφος όμως γενικά ήμασταν μια χαρά.
Συγγνώμη δεν νομίζω να με θεωρείτε ύποπτο και να τα ρωτάτε όλα αυτά;»
Αστυνομικός 2: «Κύριες Μάθιου καταλάβετε μας πρέπει
να ερευνήσουμε όλες τις εκδοχές.
Αστυνομικός 1: «Τίποτα άλλο περίεργο που να συνέβη
εκείνοι την ημέρα;»
Κ. Μελμπράουν: «Τώρα που το λέτε έλαβα ένα
τηλεφώνημα κάπως αργά όταν έφευγα από το γραφείο μου. Δυστυχώς λόγο του
χτυπήματος στο κεφάλι μου δε μπορώ να θυμηθώ τίποτα άλλο παρά μόνο αυτό».
Αστυνομικός 2: «Ευχαριστούμε για τον χρόνο σας. Για
οτιδήποτε νεότερο θα σας ενημερώσουμε.»
Ο Μάθιου κάθεται ήσυχος μέχρι το βράδυ που
τα φώτα κλείνουν και όλοι πέφτουν να κοιμηθούν. Τότε βρίσκει την ευκαιρία.
Αθόρυβα σηκώνεται από το κρεβάτι του, βγάζει τα ρούχα του ιατρείου, παίρνει
μόνο το κινητό του, ανοίγει την πόρτα και με μικρά βήματα καταβαίνει τα
σκαλοπάτια. Ο φύλακας ένας μεγαλόσωμος,
παχουλός κύριος, κάθεται σε μια καρέκλα και διαβάζει εφημερίδα. Ο Μάθιου είναι
σίγουρος ότι ο φύλακας δε θα αντέξει για πολύ, τον βλέπει να χασμουριέται, να
τρίβεται μέχρι που 45 λεπτά μετά τον παίρνει ο ύπνος. «Ή τώρα ή ποτέ» λέει από
μέσα του. Αθόρυβα τον πλησιάζει και με χειρουργικές κινήσεις πάει να του πάρει
τα κλειδιά. Αυτό προς στιγμήν κουνιέται αλλά κοιμάται τόσο βαριά που δε ξυπνά.
Του παίρνει τα κλειδιά και ανοίγει την πόρτα. Επιτέλους είναι έξω από το
νοσοκομείο. Σκοπός του τώρα να ψάξει και να βρει την γυναίκα του.
Πρώτος προορισμός είναι η μητέρα του να
δει πως είναι η κόρη του. Χωρίς να χάνει στιγμή ξεκινά για το σπίτι της μητέρας
του. Αυτή ζούσε λίγα χιλιόμετρα μακριά από το σπίτι του στο Λάνσινγκ.
Η ώρα είναι 4 το βράδυ και ο Μάθιου είναι
έξω από το σπίτι της μητέρας του Κρίστιεν. Αυτή εδώ και 3 χρόνια ζει μόνη της
αφού ο άντρας της έχει φύγει από την ζωή. Χτυπάει το κουδούνι. Η Κρίστιεν με μια ανήσυχη και τρομαγμένη φωνή
ρωτά «ποιος είναι»; Ο Μάθιου γεμάτος αγωνία απαντά «Εγώ είμαι μητέρα ο Μάθιου».
Αυτή ανοίγει την πόρτα.
Κρίστιεν: « Μάθιου, παιδί μου, ανησύχησα είσαι
καλά; τι συνέβη; Ήρθε η αστυνομία και μου έκανε ερωτήσεις.
Μάθιου: «Εγώ μια χαρά είμαι μητέρα μην ανησυχείς
για μένα. Η Λίζα αγνοείται. Την παίρνω στο κινητό δεν απαντά, την παίρνω στο
σπίτι το ίδιο. Μήπως πέρασε καθόλου από εδώ;
Κρίστιεν: «Όχι παιδί μου δεν την έχω δει όλον
αυτό τον καιρό.»
Μάθιου: «Η κόρη μου που είναι; Μου είπαν την
έφεραν εδώ.»
Κρίστιεν: «Εδώ είναι κοιμάται. Δε ξέρω πως βρέθηκε
εδώ κάποιος την έφερε. Πριν λίγες μέρες κάποιος χτύπησε την πόρτα μου και
εξαφανίστηκε. Ανοίγω την πόρτα και βλέπω την κορούλα σου»
Μάθιου: «Θέλω να την δω.»
Ο Μάθιου με δακρυσμένα μάτια πάει στο δωμάτιο
που κοιμάται η κόρη του και την κοιτάει με τις ώρες. Η Κρίστιεν προσπαθεί με
κάθε τρόπο να τον ηρεμίσει και να τον βοηθήσει. Κάθονται και οι δύο στον καναπέ
και αρχίζουν την κουβέντα.
Κρίστιεν: «Πες μου παιδί μου,είμαι πολύ
ταραγμένη τη συνέβη; Ήρθε η αστυνομία μου έκανε ερωτήσεις σε ψάχνω εδώ και 10
μέρες.»
Μάθιου: «Δε θυμάμαι σχεδόν τίποτα μητέρα.
Ξύπνησα στο νοσοκομείο. Ο γιατρός είπε ότι με πήγε εκεί ένας ηλικιωμένος
άνθρωπος και ήμουν αναίσθητος.»
Κρίστιεν: «Μα πως γίνεται να μην θυμάσαι
τίποτα; Κάτι που να μπορεί να μας βοηθήσει;»
Μάθιου: «Ο γιατρός μου είπε ότι έχω πάθει
μερική αμνησία. Θυμάμαι κανονικά τα πάντα εκτός από αυτά που έγιναν πριν το
συμβάν.»
Κρίστιεν: «Παιδί μου τι έπαθες… Και τώρα τι
σκέπτεσαι να κάνεις»
Μάθιου: «Δε ξέρω μητέρα πραγματικά δε ξέρω.»
Η Κρίστιεν τον αφήνει να ξεκουραστεί.O Μάθιου ξαπλώνει στον καναπέ και
προσπαθεί να κοιμηθεί λίγο. Όμως του
είναι αδύνατον. Οι σκέψεις ρέουν σαν ποτάμι στο μυαλό του. Σκέπτεται
δακρυσμένος τις στιγμές που περνούσε με την γυναίκα του, την κόρη τους και
προσπαθεί να βρει μια λύση. Το μυαλό του είναι τόσο μπερδεμένο ενώ δε έχει
καταφέρει ακόμα να θυμηθεί κάτι από εκείνο το βράδυ εκτός από το τηλεφώνημα.
Τελικά τα μάτια του κλείνουν και τον παίρνει ο ύπνος.
Την επόμενη μέρα ξυπνά πρωί πρωί. Η μητέρα
του είναι ήδη στην κουζίνα και φτιάχνει πρωινό και καφέ.
Μάθιου: «Καλήμέρα μητέρα»
Κρίστιεν: «Καλημέρα παιδί μου, κάτσε σου έχω
φτιάξει πρωινό και καφέ»
Μάθιου: «Αχ ρε μάνα πόσο μου είχε λείψει
αυτό το πρωινό ξύπνημα. Όμως δυστυχώς δεν μπορώ να κάτσω για πολύ. Πρέπει να
ψάξω για την Λίζα.»
Κρίστιεν: «Τουλάχιστον πιες και τον καφέ σου.»
Μάθιου: «Ρε μητέρα ας μη φάω μια φορά καλά
30 είμαι όχι 10 ετών.»
Κρίστιεν: «Καλά παιδί μου, ότι θες. Κοίτα γιε
μου ξέρω πόσο την αγαπάς και γνωρίζω ότι δε θα σταματήσεις μέχρι να την βρεις.
Όμως υποσχέσου μου κάτι. Ότι θα προσέχεις και δε θα κάνεις καμιά τρέλα.»
Μάθιου: «Στο υπόσχομαι μητέρα.»
Τρώει γρήγορα κάτι, πίνει τον καφέ και
φεύγει. Χωρίς να χάνει χρόνο πάει από το σπίτι του. Καθώς φτάνει βλέπει μια
κορδέλα έχει βάλει η αστυνομία ώστε να μην μπει κανείς μέσα. Σκίζει την κορδέλα
αγανακτισμένος και μπαίνει μέσα αθόρυβα με μικρά βήματα. Πάει προς το δωμάτιο
τους. Καθώς προχωρά βλέπει τις φωτογραφίες που είναι μαζί με την γυναίκα του
και την σκέπτεται όλο και περισσότερα. Όταν μπαίνει στο δωμάτιο το πρώτο πράγμα
που παρατηρεί είναι ένα σπασμένο βάζο και αίματα στο κομοδίνο. Προσεκτικά πάει
και ακούει τα μηνύματα από τον τηλεφωνητή. Δεν υπήρχε τίποτα το σημαντικό παρά
μόνο δύο μηνύματα από δύο φίλες της γυναίκας του να πάνε για καφέ. Γρήγορα πάει
δίπλα στον γείτονα του Τομ Γουέλμπερκ να ρωτήσει μήπως είδε ή άκουσε κάτι
εκείνο το βράδυ. Ακόμα είχε στο μυαλό του ότι ένας ηλικιωμένος κύριος,
κοντούλης, ασπρομάλλης ήταν αυτός που τον πήγε στο νοσοκομείο. Η περιγραφή
ταιριάζει τέλεια στον γείτονά του. Χωρίς να χάνει χρόνο χτυπά την πόρτα του
γείτονα του. Όπως πάντα ο Κ. Γουέλμπερκ με μια μουρτζούφλίκη φάτσα ανοίγει την
πόρτα.
Μάθιου: «Για σας κύριε Γουέλμπερκ, συγγνώμη
για την ενόχληση, είχα ένα ατύχημα και ήμουν στο νοσοκομείο 10 μέρες. Έχετε
χρόνο να σας κάνω μερικές ερωτήσεις;»
Τ. Γουέλμπερκ: «Δεν νομίζω ότι μπορώ να σας βοηθήσω
αλλά τέλος πάντων πέρνα μέσα.»
(Κάθονται στον καναπέ)
Τ. Γουέλμπερκ: «Λοιπόν κύριε Μάθιου τι συνέβη; Τι
θέλετε να μάθετε;»
Μάθιου: «Όπως σας είπα ήμουν στο νοσοκομείο
10 μέρες. Προσπαθήστε να θυμηθείτε, πριν 10 μέρες ένα βράδυ μήπως είδατε τίποτα
ασυνήθιστο; Ακούσατε τίποτα φωνές ή κάτι τέτοιο;»
Τ. Γουέλμπερκ: «Λυπάμαι κύριε Μάθιου αλλά κοιμάμαι
πολύ βαριά και δε γίνεται να άκουσα τίποτα. Πριν λίγες μέρες ήρθε η αστυνομία
και μας έκανε κάποιες ερωτήσεις. Κοίτα ότι και να έχει γίνει δε θέλω να
μπλέξουμε για αυτό μην μας ακατέβεις εμάς. Ελπίζω να βρεις τις απαντήσεις που
ψάχνεις».
Μάθιου: «Μια τελευταία ερώτηση και θα σας αφήσω. Μήπως αυτές τις
μέρες είδατε καθόλου την γυναίκα μου;»
Τ. Γουέλμπερκ: «Λυπάμαι αλλά έχω να την δω πολύ
καιρό. Αν θυμάμαι τελευταία φορά την είδα να πετάει ένα πρωί τα σκουπίδια και
αν θυμάμαι καλά ήταν η μέρα που αναφέρατε.»
Μάθιου: «Έγινε κύριε Γουέλμπερκ ευχαριστώ
πολύ.»
Γουέλμπερκ: «Να είστε καλά κύριε Μάθιου.»
Η απογοήτευση οξύνεται όλο και περισσότερο.
Νιώθει τόσο μόνος που δε ξέρει σε ποιον να απευθυνθεί. Για λίγο σκέπτεται να
πάρει τον κολλητό του Τζον όμως θυμάται ότι θα λείπει στο εξωτερικό μέχρι τον
άλλον μήνα. Έτσι αποφασίζει να πάει στην αστυνομία. Παίρνει τα κλειδιά του
αμαξιού του και κατευθύνεται προς το αστυνομικό τμήμα. Είναι τόσο αφηρημένος
από τις σκέψεις, τόσο πολύ που σε μια στιγμή πήγε να γίνει ένα ατύχημα. Ένα
αγοράκι πετάχτηκε στον δρόμο για να πιάσει την μπάλα του χωρίς να δει τον
Μάθιου που έρχεται, ευτυχώς όμως τελευταία στιγμή πατά φρένο και το αγοράκι δε
παθαίνει κάτι. Βγαίνει γρήγορα έξω από το αμάξι και πάει να δει αν το παιδάκι
είναι καλά. Η μητέρα του παιδιού τρομαγμένη φωνάζει «Χένρι, σου είπα να μην
βγαίνεις στον δρόμο, γιατί δε με ακούς;»χωρίς να πει κουβέντα παίρνει τον γιο
της και μπαίνει μέσα στο σπίτι. Ο Μάθιου καταλαβαίνει ότι χάνει σιγά σιγά το
μυαλό του. Όμως δε τα παρατά μπαίνει στο αμάξι και συνεχίζει για το αστυνομικό
τμήμα.
Η
ώρα είναι 4:00 μ.μ και ο Μάθιου είναι έξω από το αστυνομικό τμήμα. Πάει μέσα να
δει αν έχουν πληροφορίες για την γυναίκα του.
Μάθιου: «Γεια σας κύριε αστυνόμε»
Αστυνόμος: «Χέρεται κύριε πως μπορώ να βοηθήσω;»
Μάθιου: «Ονομάζομαι Μάθιου Μελμπράουν. Η
γυναίκα μου Λίζα Στόουν έχει εξαφανιστεί εδώ και μέρες. Δεν απαντά σε τηλέφωνα.
Έχετε κανένα νέο;»
Αστυνόμος: «Λυπάμαι κύριε Μελμπράουν αλλά δεν
έχω τίποτα νεότερο.»
Ο Μάθιου ετοιμάζεται να κάνει και άλλη
ερώτηση όμως ξαφνικά παρατηρεί ότι δεξιά σε έναν καναπέ κάθονται οι δύο
αστυνομικοί που έχουν αναλάβει την υπόθεση της γυναίκας του. Αυτοί πίνουν καφέ,
τρώνε και χασκογελάνε. Ο Μάθιου νευριασμένος πηγαίνει προς το μέρος τους.
Μάθιου: «Συγγνώμη κύριοι εσείς δεν
είστε που έχετε αναλάβει την υπόθεση για την εξαφάνιση της Λίζα Στόουν;»
Αστυνόμος 1:«Μάλιστα κύριε, είστε ο σύζυγος της
έτσι; Ο Κύριος… Κύριος….»
Μάθιου: «Μάθιου Μελμπράουν αστυνόμε»
Αστυνόμος 1: «Ναι σωστά σωστά, σας θυμάμαι.»
Μάθιου: «Με Συγχωρείτε αλλά δε θα έπρεπε
αυτή την στιγμή να είστε έξω και να ψάχνετε για την γυναίκα μου;Αντί για αυτό
όμως πρωτειμάτε να είστε εδώ και να τρώτε.»
Αστυνόμος 2: «Δε μπορούμε όλη μέρα να είμαστε
στον δρόμο κύριε Μελμπράουν. Αφήστε μας λίγο να ξεκουραστούμε και αργότερα θα
συνεχίσουμε. Μέχρι στιγμής δεν έχουμε κάποιον νέο.Πρωτείνουμε να πάτε σπίτι σας
να χαλαρώσετε και να ηρεμήσετε λίγο.»
Μάθιου: «Πριν 10 μέρες βρέθηκα αναίσθητος
στο πάτωμα, ένας κύριος που δεν ξέρω καν ποιος είναι με πήγε νοσοκομείο, έχω
πάθει μερική αμνησία, η γυναίκα μου έχει εξαφανιστεί και εσείς μου λέτε να πάω
σπίτι και να ηρεμήσω; Κατάλαβα πόσο σοβαρά έχετε πάρει την υπόθεση δε
χρειάζεται να συνεχίσουμε.»
Με κατεβασμένο το κεφάλι νευριασμένος αλλά
και πολύ απογοητευμένος γυρίζει στο σπίτι του. Συγυρίζει τα πράγματα, σκουπίζει
το πάτωμα μέχρι που μια φωτογραφία του τραβά την προσοχή. Ήταν ο Μάθιου μαζί με
την γυναίκα του και την κόρη του. Ξεσπά σε κλάματα όμως πεισμώνει ακόμα
περισσότερο.
Η ώρα
είναι 9 το βράδυ και ο Μάθιου κάθεται
στον καναπέ του και σκέπτεται με ένα ποτήρι ουίσκι στο χέρι. Ξαφνικά χτυπά το
κουδούνι. Αυτός πάει να ανοίξει με την ελπίδα ότι μπορεί να είναι η γυναίκα
του. Όμως μια απρόσμενη έκπληξη τον περιμένει. Ανοίγει την πόρτα και βλέπει τον
κατά 4 χρόνια μικρότερο του αδερφό Πίτερ. Ξαφνιάζεται… Οι δύο τους έχουν να
μιλήσουν 1 χρόνο αφού όλο αυτό το διάστημα είναι μαλωμένοι. (Ο Πίτερ τα
τελευταία χρόνια είχε μπλέξει με τον τζόγο και το ποτό. Ζούσε στο σπίτι της
μητέρας του. Ξενυχτούσε στα καζίνο και χάλαγε έχανε πολλά λεφτά εκεί. Ένα βράδυ
γυρίζει σπίτι τύφλα, τραγουδούσε, έβριζε και έλεγε ασυναρτησίες. Η μητέρα του
ξυπνά και μόλις τον βλέπει ξεσπά σε κλάματα και του φωνάζει. Πάει να τον
αγκαλιάσει όμως αυτό τόσο χάλια που ήταν την σπρώχνει και την πετά στο πάτωμα.
Αυτή του λέει να μην ξαναπατήσει στο σπίτι. Ο Πίτερ ανοίγει την πόρτα και
φεύγει. Από τότε δεν τον ξαναείδαν.)
Μάθιου: «Πίτερ τι κάνεις εδώ;»
Πίτερ: «Μάθιου θέλω να μηλίσουμε μπορώ να
περάσω»
Μάθιου: «Κοίτα αν είναι πάλι για χρήματα
καλύτερα όχι, έχω πολλά προβλήματα»
Πίτερ: «Αφορά την Λίζα»
Μάθιου: «Τι θες να πεις; την είδες πουθενά;
έχεις νέα της;»
Πίτερ: «Άσε με να περάσω και θα στα πω όλα»
Ο Μάθιου λέει στον Πίτερ να περάσει. Βάζει 2
ποτηράκια ουίσκι και γεμάτος αγωνία κάθετε να μιλήσουν.
Μάθιου: «Μου είπες ότι αφορά την Λίζα. Τι
έχεις να μου πεις;»
Ο Πίτερ
αρχίζει μια μεγάλη ιστορία που θα αλλάξει πολύ τα πράγματα. Ο Μάθιου τον
παρακολουθεί με μεγάλη προσοχή.
Πίτερ: «Θα πάρω τα πράγματα από την αρχή.
Αφότου έφυγα από το σπίτι Μάθιου πήγα και νοίκιασα ένα μικρό σπιτάκι για να
μείνω. Ωστόσο δε μπορούσα έυκολα να σας αποχωριστώ. Πολλές φορές ερχόμουν έξω
από το σπίτι σου και από το σπίτι της
μητέρας μου κρυβόμουν στα δένδρα και σας έβλεπα. Μαζί με εσάς ήμουν και εγώ
ευτυχισμένος μόνο και μόνο που σας έβλεπα να γελάτε. Κάθε φορά μετάνιωνα τις
ηλιθιότητες που έκανα στο παρελθόν όμως δεν είχα το κουράγιο να σας ζητήσω να
με δεχτείτε πίσω.»
Μάθιου: «Δε καταλαβαίνω Πίτερ τι σχέση έχει
αυτό με την Λίζα;»
Πίτερ: «Πριν από περίπου 10 μέρες είχα
αποφασίσει ότι θα έρθω σπίτι σας θα σας χτυπήσω την πόρτα, θα σου ζητήσω
συγγνώμη και μετά θα πάμε και από την μαμά να με δεχτείτε πίσω. Καθώς φτάνω
όμως σπίτι είδα κάτι που με τρόμαξε πολύ. Είδα έναν άνδρα να βγαίνει από την
εξόπορτα του σπιτιού σας. Φαινόταν αγχωμένος και τρομαγμένος. Πάει γρήγορα στο
αμάξι του βάζει μπρος και φεύγει. Τότε πάω να μπω να πλησιάσω σπίτι σας να δω
τι έγινε όταν ξαφνικά βλέπω έναν ηλικιωμένο κύριο, μικροκαμωμένο κύριο να
μπαίνει σπίτι σας. Εγώ τρόμαξα και έμεινα κρυμμένος στα δένδρα. Αυτός σε έβαλε
στο αμάξι του και έφυγε.»
Μάθιου: «Ο ηλικιωμένος κύριος είναι αυτός
που με πήγε στο νοσοκομείο όμως δε μπορώ να καταλάβω ποιος είναι. Πρόλαβες να
πάρεις αριθμό πινακίδων; Ο τύπος που τον είδες να βγαίνει πρώτος από το σπίτι
μου τον είδες καλά;»
Πίτερ: «Λυπάμαι αλλά ήταν σκοτάδι. Το μόνο
που μπόρεσα να δω είναι ότι ο ένας ήταν ξανθός με μακριά μαλλιά στο ύψος σου
σχεδόν. Πινακίδες δε κατάφερα να πάρω, ευτυχώς όμως ασχολούμαι από μικρός με
αμάξια και κατάλαβα τι μοντέλα ήταν. Του πρώτου ήταν ένα κόκκινο Seat Ibiza και του δεύτερου ένα παλιό καφέ Subaru Leone. Σου θυμίζουν κάτι τα αμάξια ή η
περιγραφή τους.»
Μάθιου:
«Δυστυχώς δε ξέρω κανέναν με αυτά τα μοντέλα ούτε τα έχω δει εδώ γύρω.»
Ξαφνικά ο
Μάθιου σηκώνεται και με γοργά βήματα βγαίνει έξω από το σπίτι.
Πίτερ: «Μάθιου που πας μες στην νύχτα;»
Μάθιου: «Έρχομαι σε λίγο μείνε εδώ.»
Πήγαινε να
δει μήπως ο γείτονας του Κ. Γουέλμπερκ είχε δει τα μοντέλα αυτά εδώ γύρω.
Φτάνει σπίτι του λοιπόν και χτυπάει το κουδούνι.
Κ. Γουέλμπερκ: «Κύριε Μάθιου τι ζητάτε τέτοια ώρα
στο σπίτι μου; Είναι 12 το βράδυ.»
Μάθιου: «Κύριε Γουέλμπερκ με συγχωρείτε πάρα
πολύ για το ακατάληλο της ώρας. Ξέρω μου είπατε να μην σας ανακατεύσω αλλά θέλω
να σας ρωτήσω άλλο ένα πράγμα.»
Ο Κ.
Γουέλμπερκ το σκέπτεται όμως τελικά του λέει να περάσει μέσα.
Κ. Γουέλμπερκ: «Πες μου Μάθιου τι θες να μάθεις;»
Μάθιου «Μιας
και είστε περισσότερα χρόνια εδώ από εμένα θα ήθελα να μάθω αν στην γειτονιά
υπάρχει κανείς με ένα κόκκινο Seat Ibiza ή ένα παλιό καφέ Subaru Leone.»
Κ. Γουέλμπερκ: «Για το πρώτο είμαι σχεδόν σίγουρος
ότι δε το έχω δει. Όμως για το δεύτερο κάτι έχω στο μυαλό μου. Λίγο ποιο πέρα
ζει ένας ηλικιωμένος με το όνομα Σον Μπρέκφαστ. Το θυμάμαι από παλιά είχε ένα Subaru Leone.Το πρόσεχε σαν τα μάτια του. Κάθε
μέρα έπαιρνε το αμάξι του και πήγαινε στο μαγαζί του. Όμως δυστυχώς πριν 2
χρόνια χήρεψε. Από τότε δεν τον έχω δει, ούτε και το αμάξι του.»
Ο
Μάθιου είχε ακούσει ξανά την ιστορία του Κ. Μπρέκφαστ όμως δεν είχε δώσει
σημασία. Ήταν ένας χαρούμενος άνθρωπος, δούλευε σαν γιατρός όμως ένα τρομερό
ατύχημα του άλλαξε την ζωή. Καθώς πήγαινε ταξίδι με την γυναίκα του τρακάρανε.
Ο Κ. Μπρέκφαστ έζησε όμως απέκτησε ένα χρόνιο πρόβλημα στο πόδι του. Η γυναίκα
του δε τα κατάφερε. Από τότε είναι όλη μέρα σπίτι του και δε βγαίνει ποτέ έξω.
Ο
Μάθιου δεν έχει άλλη επιλογή από το να πάει και να ρωτήσει τον Κ. Μπρέκφαστ αν
είναι αυτός που τον πήγε στο νοσοκομείο. Χωρίς να χάνει χρόνο περπατά προς το
σπίτι του. Ελπίζει, προσεύχεται ότι κάτι θα γνωρίζει.
Η ώρα είναι περασμένες μεσάνυχτα όμως αυτό
δεν εμποδίζει τον Μάθιου. Χτυπάει το κουδούνι. Περιμένει αλλά δεν του ανοίγει
κανείς. Ξαναχτυπάει αλλά και πάλι το ίδιο. Αποφασίζει να πάει να δει από το
πίσω μέρος του σπιτιού. Πορπαθεί λοιπόν να σκαρφαλώσει σε ένα δένδρο και να δει
από το παράθυρο. Τότε ακούει ήχους από την τηλεόραση η οποία ήταν ανοιχτή.
Καταλαβαίνει ότι κάποιος είναι μέσα. Κατεβαίνει από το δένδρο όμως ξαφνικά…
Συνέρχεται μέσα σε ένα δωμάτιο. Πονάει,
ζαλίζεται και αναρωτιέται τι έγινε. Ξαφνικά ανοίγει την πόρτα ένας ηλικιωμένος
κύριος κρατώντας λίγο φαί και ένα ποτήρι νερό. Ο Μάθιου με τον που τον βλέπει
καταλαβαίνει ότι είναι ο Κ. Μπρέκφαστ.
Κ. Μπρέκφαστ: «Επιτέλους συνήλθες»
Μάθιου: «Που βρίσκομαι, ποιος είστε εσείς»
Κ. Μπρέκφαστ: «Μην ανησυχείς, δε θα σου κάνω
κακό,σου έφερα λίγο φαγητό και νερό. Βρίσκεσαι σπίτι μου»
Μάθιου: «Πως βρέθηκα εδώ;
Κ. Μπρέκφαστ: «Αργά την νύχτα άκουσα έναν θόρυβο
έξω από το σπίτι μου. Νόμιζα ότι είσαι κάποιος κλέφτης, αλλά μάλλον έκανα
λάθος»
Μάθιου: «Ναι από ότι φαίνεται κάνατε κάποιος
λάθος. Τουλάχιστον κατάφερα να σας κάνω να με βάλετε στο σπίτι σας.»
Κ. Μπρέκφαστ: «Για πες μου λοιπόν τι γύρευες σπίτι
μου;»
Μάθιου: «Πριν λίγες μέρες κάποιος με
μετέφερε στο νοσοκομείο λιπόθυμο. Με άφησε εκεί και έφυγε. Κάποιος μου είπε ότι
αυτό ο άνδρας είχε ένα Subaru Leone και από όσο ξέρω εσείς έχετε ένα
ίδιο μοντέλο.»
Κ. Μπρέκφαστ: «Η αλήθεια είναι ότι ήθελα να ξεχάσω
αυτή την νύχτα γιατί με είχε ταράξει πολύ. Είχα σκεφτεί να έρθω να σου μιλήσω αλλά
φοβόμουν. Όμως μιας και ήρθες ας τα πούμε όλα. Όπως είπες πριν από 10 μέρες
άκουσα κάτι φωνές και ξύπνησα. Κοιτάω έξω από το παράθυρο και βλέπω έναν άνδρα
να βγαίνει από το σπίτι σου. Κουβαλούσε μια κοπέλα και την πάει στο αμάξι του
βάζοντας την στο γκαράζ. Ξαναμπαίνει μέσα στο σπίτι και μετά από 10 λεπτά
βγαίνει πάλι. Βάζει μπρος το αμάξι και φεύγει. Ήταν πολύ περίεργος και
αγχωμένος που άφησε ακόμα και την πόρτα ανοιχτή. Στην αρχή δίστασα, όμως η
περιέργεια με έκανε να πάω να δω τη τρέχει. Φτάνω στο σπίτι σου και χτυπάω
κουδούνι, δεν ανοίγει κανείς. Τότε αποφασίζω να μπω μέσα. Σιγά Σιγά
κατευθύνομαι προς το δωμάτιο σου και σε βλέπω κάτω στο πάτωμα. Ευτυχώς λόγο του
επαγγέλματος μου κατάλαβα ότι δεν είσαι νεκρός. Έτσι σε πήγα στο νοσοκομείο. Δε
μου λες όμως εσύ δε θυμάσαι τίποτα;»
Ξαφνικά ο
Μάθιου νιώθει κάτι ζαλάδες. Κάποιες μνήμες από το παρελθόν του έρχονται καθώς ο
Κ. Μπρέκφαστ του λέει την ιστορία.
Μάθιου: «Ο γιατρός μου είπε ότι έχω πάθει
ένα είδος μερικής αμνησίας. Όμως τώρα που μου λέτε την ιστορία μου ήρθε μια
εικόνα στο μυαλό, με έναν άνδρα να με σέρνει. Όμως και πάλι δε θυμάμαι κάτι
άλλο. Είπατε ότι είδατε έναν άνδρα να βγαίνει από το σπίτι μου. Μήπως προσέξατε
πως ήταν;»
Κ. Μπρέκφαστ: «Παιδί μου είμαι 73 ετών. Η όραση
μου δεν είναι τόσο καλή. Δε πρόσεξα κάτι παραπάνω.»
Μάθιου: «Δε πειράζει Κ. Μπρέκφαστ με
βοηθήσατε πάρα πολύ. Σας ευχαριστώ πάρα πολύ.»
Κ. Μπρέκφαστ: «Να είσαι καλά παιδί μου. Ελπίζω να
βρεις την γυναίκα σου και ότι χρειαστείς εδώ είμαι εγώ.»
Μάθιου: «Να ‘στε καλά. Και κάτι τελευταίο.Με
όλο το θάρος, βγείτε λίγο έξω, είστε μια χαρά, γνωρίστε λίγο κόσμο, αφήστε πίσω
το παρελθόν.»
Κ. Μπρέκφαστ: «Δυστυχώς δεν είναι τόσο εύκολο,
όμως σου υπόσχομαι ότι θα προσπαθήσω.»
Ο Μάθιου εμφανώς χαρούμενος και ποιος
αισιόδοξος γυρνά τρέχοντας πίσω στο σπίτι του να πει τα νέα στον αδερφό του.
Ανοίγει την πόρτα όμως βλέπει κάτι που σίγουρα δε το περιμένει. Τον αδερφό του
να φιλιέται με την γειτόνισσα του Κέλυ. Η Κέλυ ζούσε στο απέναντι σπίτι και
ήταν η μικρή κόρη της οικογένειας Μπεστ. Ήταν αρκετά ζόρικη και δραστήρια.
Όμορφη, κοντούλα, λεπτούλα, ξανθιά με πράσινα μάτια τραβούσε συνεχώς την
προσοχή. Μόλις βλέπει τον Μάθιου γεμάτη χαρά ξεφωνάει.
Κέλυ: «Γεια σας κύριε Μάθιου»
Μάθιου: «Πως βρέθηκες εσύ εδώ;»
Πίτερ: «Κοίτα Μάθιου να σου εξηγήσω…»
Μάθιου: «Ξέρω Ξέρω Πίτερ δεν είναι αυτό που
νομίζω, είναι αυτό που δε νομίζω.»
Πίτερ: «Ακριβώς,εεε δηλαδή όχι ακριβώς
έτσι. Η Κέλυ από εδώ μάλωσε με τους γονείς της. Εγώ άκουσα φωνές από το σπίτι
της και βγήκα να δω τι γίνεται. Βλέπω λοιπόν μια κοπέλα να είναι έξω και να
κλαίει. Ξέρεις πόσο ευαίσθητος είμαι με αυτά τα θέματα, πήγα της μίλησα και της
είπα να περάσει μέσα να μου κάνει και εμένα λίγο παρέα που ήμουν μόνο μου.»
Μάθιου: «Μην ανησυχείς είδα πόσο ωραία τα
λέγατε.»
Κέλυ: «Όχι,όχι στην αρχή τα λέγαμε, απλά
μετά είπαμε να γνωριστούμε λίγο καλύτερα. Όπως και να έχει εγώ στους γονείς μου
δε γυρίζω»
Μάθιου: «Τέλος πάντων μείνε σήμερα εδώ αλλά
αύριο το πρωί θα γυρίσεις σπίτι σου.»
Κέλυ:
«Ευχαριστώ πολύ κύριε Μάθιου»
Μάθιου: «Σταμάτα επιτέλους αυτό το κύριε με
κάνει να νιώθω 70 χρονών.8 χρόνια διαφορά έχουμε.»
Κέλυ: «Εντάξει, εντάξει όπως θέλετε, εεε
συγγνώμη όπως θέλεις»
Όλοι πάνε να κοιμηθούν. Όμως ο Πίτερ με την
Κέλυ είχαν άλλα σχέδια. Όταν τον παίρνει ο ύπνος τον Μάθιου ο Πίτερ βρίσκει την
ευκαιρία και πάει στο δωμάτιο που κοιμόταν η Κέλυ. Αφού περάσανε ευχάριστα την
ώρα τους ο Πίτερ γυρνά στον καναπέ και κοιμάται.
Την επόμενη μέρα τα δύο αδέρφια ξυπνάνε
πρώτοι και ο Μάθιου βρίσκει την ευκαιρία να πει στον αδερφό του όσα έγιναν
εχτές.
Πίτερ: «Καλημέρα Μάθιου»
Μάθιου: «Καλημέρα Πίτερ, ετοιμάζω καφέ και
έρχομαι να σου πω τα νέα από εχτές το βράδυ»
Ο Μάθιου
ετοιμάζει τον καφέ και κάθετε στο τραπέζι της κουζίνας να μιλήσουν.
Μάθιου: «Βρήκα ποιανού είναι το Subaru Leone και ποιος με πήγε στο νοσοκομείο.»
Πίτερ: «Επιτέλους και κάτι ευχάριστο»
Μάθιου: «Βλέπεις όσο εσύ τα έλεγες με την
μικρή εγώ έψαχνα πληροφορίες. Για να μην χάνουμε όμως χρόνο η Λίζα είναι κάπου
εκεί έξω και πρέπει να την βρω.»
Πίτερ: «Δε κατάλαβες καλά αδερφέ, γύρισα
πίσω για έναν και μόνο λόγο, να γίνουμε όπως παλιά, συνεπώς μαζί θα την
βρούμε.»
Μάθιου: «Αδερφέ μου σε ευχαριστώ»
(αγκαλιάζονται)
Για κακή τους τύχη όμως, άκουσε την συζήτηση
η Κέλυ που κρυφάκουγε πίσω από την πόρτα. Με ένα αρρενωπό στυλ και με ένα
μεγάλο χαμόγελο μπαίνει μέσα στην κουζίνα προσποιούμενη ότι δε ξέρει τίποτα.
Κέλυ: «Καλημέρα αγόρια»
Πίτερ: «Καλημέρα όμορφη»
Μάθιου: «Πως κοιμήθηκες;»
Κέλυ: «Αρκετά καλά εσείς;»
Πίτερ: «Όσο καλά μπορεί ένα άνθρωπος να
κοιμηθεί σε έναν καναπέ, θεέ μου ακόμα πιασμένος είμαι»
Μάθιου: «Πάλι κλαίγεσαι μωρέ; Θα σου περάσει
δεν είναι τίποτα.»
Κέλυ: «Τι έχει για σήμερα το πρόγραμμα; Τι
θα κάνουμε;»
Μάθιου: «Εσύ
θα γυρίσεις σπίτι σου. Εμείς έχουμε κάτι δουλειές»
Κέλυ: «Έλα τώρα ρε Μάθιου, μην με κάνεις
να γυρίσω σπίτι. Δε θέλω οι γονείς μου να νομίζουν ότι δε μπορώ χωρίς αυτούς.
Άσε που μου αρέσει πολύ η παρέα σας.»
Μάθιου: «Τα είπαμε αυτά Κέλυ, δε γίνεται,
τέλος»
Η Κέλυ με κατεβασμένο το κεφάλι φεύγει. Ο
Μάθιου πάει να κάνει ένα μπάνιο για να χαλαρώσει και μετά να δει πως θα
συνεχίσει με το ψάξιμο της γυναίκας του. Μόλις βγαίνει από το μπάνιο αποφασίζει
να πάει πρώτα στο σπίτι της φίλης της Λίζας, που λεγόταν Μαίρη. Ήταν μία από
τις γυναίκες που είχαν αφήσει μήνυμα στον τηλεφωνητή να πάνε για καφέ. Αυτή
ζούσε στο Ντιτρόιτ αλλά έλεγε πως θα βρίσκεται στο Λάνσινγ για περίπου δύο
μήνες στους γονείς τις. Τους είχε αφήσει διεύθυνση για καλή του τύχη έτσι
ξεκινάνε για την Μαίρη. Το σπίτι της ήταν περίπου 45 λεπτά μακριά. Στον δρόμο
δε μιλούσαν πολύ. Είχαν βάλει ράδιο και οι δύο άκουγαν σιωπηλοί. Μέχρι που
κάποια στιγμή ο Μάθιου ακούει κάτι στο πορτ μπαγκάζ. Παρκάρει το αμάξι του και
πάει να δει τι είναι. Ανοίγει το πορτ μπαγκάζ και αντικρίζει την Κέλυ.
Μάθιου: «Πάλι εσύ μπροστά μου; Πως μπήκες
μέσα;»
Κέλυ: «Άλλη φορά να προσέχεις που αφήνεις
τα κλειδιά σου. Παρεμπιπτόντως το πορτ μπαγκάζ σου μυρίζει τόσο άσχημα πόσο
καιρό έχεις να το πλύνεις;»
Μάθιου: «Μην αλλάζεις θέμα, σε ρώτησα πως
μπήκες στο πορτ μπαγκάζ μου.»
Κέλυ: «Γιατί δε ρωτάς τον αδερφό σου;»
Πίτερ: «Εμένα μην με ανακατεύετε.»
Κέλυ: «Τι μη σε ανακατεύουμε, ποιος με
βοήθησε να μπω στο πορτ μπαγκάζ;»
Μάθιου: «Άρα υπήρχε οργανωμένο σχέδιο. Απορώ
πως δε πείρα χαμπάρι τίποτα.»
Κέλυ: «Εδώ δεν πείρες χαμπάρι τι έγινε το
βράδυ.»
Μάθιου: «Όπα όπα τι έγινε το βράδυ δηλαδή;»
Πίτερ: «Αμάν αυτό το στόμα σου. Δε μπορείς
να το κρατήσεις για λίγο κλειστό.»
Μάθιου: «Όχι μια χαρά έκανε και τα είπε να
καταλάβω και εγώ τι κορόιδο είμαι. Λοιπόν μπες στο αμάξι να σε γυρίσω σπίτι»
Κέλυ: «Όχι,όχι,όχι θα έρθω μαζί σας. Θέλω
να ψάξω μαζί σας για την γυναίκα σου.Ουπς αυτό δεν έπρεπε να το πω.»
Μάθιου: «Α κρυφάκουγες κιόλας. Αυτό ήταν ή
μπαίνεις στο αμάξι να σε γυρίσω ή σε αφήνω εδώ.»
Κέλυ: «Όχι θα με πάρετε μαζί σας»
Μάθιου: «Την έχασε την ευκαιρία σου. Πίτερ
μπες μέσα να φύγουμε.»
Ο Μάθιου
βάζει μπρος και αφήνει την Κέλυ πίσω να φωνάζει. Όμως μόλις κάνει λίγα μέτρα το
μετανιώνει. Τραβά χειρόφρενο απότομα και γυρίζει πίσω.
Μάθιου: «Λοιπόν θα έρθεις μαζί μας αλλά δε
θα μιλάς, δε θα κουνιέσαι, δε θα κάνεις τίποτα.»
Κέλυ: «Να αναπνέω μπορώ;»
Μάθιου: «Μπες μέσα πριν αλλάξω γνώμη.»
Οι τρεις τους συνεχίζουν τον δρόμο τους με
προορισμό την Μαίρη. Σε όλη την διαδρομή τα δύο αδέρφια ήταν και πάλι σιωπηλοί.
Σε αντίθεση με την Κέλυ που μιλούσε συνεχώς, τραγουδούσε, έλεγε ιστορίες και
έκανε όλο ερωτήσεις.
Φτάνουν λοιπόν στην γειτονιά της Μαίρης και
πλέον ψάχνουν να βρουν την σωστή διεύθυνση. Ο Πίτερ με μια κραυγή αγανάκτησης
και χαλαρότητας ξεφωνίζει «Επιτέλους φτάσαμε, θα σταματήσει να μιλάει». Τελικά
δεν ήταν και τόσο δύσκολο να βρουν το σωστό σπίτι. Η Μαίρη ήταν από ιδιαίτερα
πλούσια οικογένεια και το σπίτι της ξεχώριζε. Ήταν τεράστιο, με μια μεγάλη
πισίνα και έναν εντυπωσιακό κήπο. Και οι 3 αναφωνούν μόλις το βλέπουν
«Ουάουυυυ». Παρκάρουν το αμάξι και χτυπάνε το κουδούνι. Την πόρτα ανοίγει η
υπηρέτρια.
Υπηρέτρια: «Χαίρετε κύριε, τι θα θέλατε;»
Μάθιου: «Χαίρετε, ονομάζομαι Μάθιου
Μελμπράουν. Η σύζυγος μου Λίζα είναι φίλη με την κυρία Μαίρη. Θα ήθελα να της
μιλήσω, εδώ είναι;»
Υπηρέτρια: «Μισό λεπτό να την φωνάξω κύριε»
H υπηρέτρια αναβαίνει τα σκαλιά του σπιτιού και πάει να φωνάξει
την Μαίρη. Μετά από λίγο κατεβαίνει και
λέει στα παιδιά πως μπορούν να περάσουν. Με το που μπαίνουν στο σπίτι και οι 3
ενθουσιάζονται. Μοιάζει με παλάτι. Η Μαίρη κατεβαίνει με στυλ και χάρη τα
σκαλιά και καλωσορίζει τους επισκέπτες. Έχει μια αριστοκρατική ομορφιά, ψηλή
και λεπτή, με τα ξανθά της μαλλιά να ανεμίζουν, το μπλε φόρεμα που φορά της
ταιριάζει εξαιρετικά.
Μαίρη: «Γεια σου Μάθιου, τι κάνεις;
Χαίρομαι τόσο που σε βλέπω, πως και από εδώ; Η Λίζα που είναι; γιατί δεν απαντά
στα μηνύματα;»
Μάθιου: «Θα στα πω όλα Μαίρη. Έχουν γίνει
τρομερά πράγματα»
Μαίρη: «Ηρέμησε και θα μου τα πεις όλα. Οι
φίλοι σου ποιοι είναι;
Μάθιου: «Από εδώ ο αδερφός μου Πίτερ»
Πίτερ: «Χάρηκα για την γνωριμία» (δίνει το
χέρι του)
Μαίρη: «Και εγώ το ίδιο»
Μάθιου: «Και από εδώ μια φίλη η Κέλυ, η ότι
είναι τέλος πάντων»
Κέλυ: «Χαίρεται» (δίνει το χέρι της)
Οι επισκέπτες κάθονται στον καναπέ. Η
υπηρέτρια φέρνει ένα τσάι για την Κέλυ και δύο καφέδες για τα δύο αδέρφια. Η
Μαίρη είναι τόσο περίεργη να μάθει τι έχει γίνει με την φίλη της Λίζα. Ο Μάθιου
δεν καθυστερεί και αμέσως λέει την ιστορία όπως έχει εξελιχτεί. Αφηγείται με
κάθε λεπτομέρεια όσα πέρασε. Η Μαίρη έκπληκτη ακούει.
Μαίρη: «Τι μου λες τώρα; Πραγματικά δε ξέρω τι να πω μου ήρθε
τόσο ξαφνικό, η Μαίρη αγνοείται; Η αλήθεια είναι ότι δεν απαντούσε ούτε στα
δικά μου μηνύματα τόσο καιρό ούτε στης Κλάρας όμως δε περιμέναμε κάτι τέτοιο.»
Μάθιου: «Μπορείς να μου δώσεις την διεύθυνση αυτή της Κλάρας
να την επισκεφτώ;»
Μαίρη: «Εννοείτε, αυτή εδώ είναι, ελπίζω να σε βοηθήσει
περισσότερο από ότι εγώ. Σε παρακαλώ αν έχεις κάποιο νέο πάρε με τηλέφωνο.»
Μάθιου: «Έγινε Μαίρη ευχαριστώ πολύ.»
Οι 3 ήρωες μας
αποχαιρετάνε την Μαίρη. Ο Μάθιου είναι εμφανώς απογοητευμένος αλλά δε σταματά
να ελπίζει. Σειρά τώρα έχει το σπίτι της Κλάρας. Προτού όμως πάνε εκεί
αποφασίζουν να κάνουν μία στάση να φάνε κάτι. Σταματάνε σε μια πιτσαρία.
Ο Frank Darabont πέντε χρόνια μετά την «έξοδο της Ρίτα
Χέιγουορθ» δημιουργεί μια ακόμα ταινία μέσα σε φυλακές. O Γάλλος
σκηνοθέτης μεταφέρει εξαιρετικά το βιβλίο του Stephen King στην
οθόνη. Το «Πράσινο Μίλι» έχει όλα όσα χρειάζεται μια ταινία για να
χαρακτηριστεί αριστούργημα. Το δραματικό στοιχείο «περικυκλώνει» την ταινία καθ
όλη την διάρκεια της και την κάνει άκρως συγκινητική. Ασφαλώς φροντίζει να μην
αναλωθεί σε λυπητερές σκηνές αλλά να προσθέσει εικόνες και ατάκες που θα
προκαλέσουν γέλιο. Με αυτό τον τρόπο δεν παρατηρούμε ένα ατέρμονο μελόδραμα
αλλά μια ταινία που προκαλεί εναλλασσόμενα συναισθήματα. Τα υπερφυσικά
φαινόμενα που υπάρχουν συνδυάζονται ωραία με το σύνολο της ταινίας ενώ συνεισφέρουν
σημαντικά στην εξέλιξή της. Επιπλέον καταπιάνεται γύρω από την θανατική ποινή.
Ένα τόσο σημαντικό θέμα προβληματίζει τον τηλεθεατή και σίγουρα τον βάζει σε
σκέψεις. Επιπρόσθετος το δίλημμα μεταξύ αθωότητας και ενοχής προκαλεί μια ακόμα
περισυλλογή κάνοντας το έργο ποιο ενδιαφέρον. Ιδιαίτερα θετικές είναι οι
ανατροπές που προκαλούν αγωνία και ένταση.
Συμπληρωματικά θέλω να τονίσω ότι
στις περισσότερες περιπτώσεις παρατηρούμε μια
απόδοση δικαιοσύνης θα έλεγα παρόλο που το αίσθημα της αδικίας βρίσκεται
στο επίκεντρο. Η μεγάλη διάρκεια της
ταινίας μόνο κουραστική δε μπορεί να θεωρηθεί. Πιστεύω ότι ήταν όση χρειαζόταν
για να καλυφτούν όλα τα απαραίτητα.
Σαφώς αυτό το έπος
είναι αδύνατον να μην «περιβάλλεται» από ασύλληπτες ερμηνείες. Ο πρωταγωνιστής Tom Hanks ως
συνήθως δίνει μια πολύ καλή ερμηνεία. Μπορεί στην μεγαλύτερη διάρκεια της
ταινίας να έχει ένα σοβαρό ύφος όμως φροντίζει ορισμένες φορές να χρησιμοποιεί
αστείες εκφράσεις και ατάκες κάνοντας την ατμόσφαιρα ποιο ευχάριστη. Αυτός όμως
που τραβά τα βλέμματα και κερδίζει τις εντυπώσεις είναι ο Michael Clarce Duncan. Ο τρόπος που
ερμηνεύει είναι απίστευτος και κυριολεκτικά συγκλονίζει. Χάρις το μεγάλο
μέγεθος που διαθέτει ταιριάζει γάντι στις απαιτήσεις της ταινίας. Η ευαισθησία
του και η συμπεριφορά του έρχονται σε αντιδιαστολή με την θηριώδη εξωτερική του
εμφάνιση. Ακόμα το δραματικό του ύφος, η καλοσύνη του και η αγάπη για τους
άλλους συγκινούν και τους ποιο σκληρούς. Θεωρώ απαράδεκτο που δεν του δόθηκε το
όσκαρ Β’ Ανδρικού ρόλου. Επειδή δε θέλω να αδικήσω κάποιον πολλοί καλοί ήταν
και οι υπόλοιποι. O David Morse
δίνει μια αξιοπρεπέστατη ερμηνεία ενώ εξαιρετικό βρήκα τον Sam Rockwell. Τέλος ο Doug Hutchison είναι
υποδειγματικός στον ρόλο του “Percy”.
Σκληρός και άκαρδος φαντάζει ιδανικός για τον συγκεκριμένο χαρακτήρα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου